English (United Kingdom)
Βρίσκεστε εδώ: ΑΡΧΙΚΗ ΝΕΑ - ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ Απάτη ενώπιον δικαστηρίου

Απάτη ενώπιον δικαστηρίου

ΕφΘεσσαλονίκης 1887/2012

Η προκείμενη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης ασχολείται με την απάτη ενώπιον δικαστηρίου. Παρακάτω ακολουθεί εκτενής περιγραφή των νομικών και ουσιαστικών ζητημάτων, τα οποία εξέτασε το δικαστήριο, καθώς και η σχετική νομολογία.

Περίληψη απόφασης: Απάτη ενώπιον δικαστηρίου. Ειδικότερη μορφή της απάτης του αρ. 386 ΠΚ. Στοιχειοθετείται όταν ο διάδικος σε πολιτική δίκη όχι μόνο προβάλλει ψευδή πραγματικό ισχυρισμό, αλλά ταυτόχρονα προσκομίζει προς υποστήριξή του εν γνώσει του ψευδή αποδεικτικά μέσα, με τα οποία παραπλανά το δικαστήριο και εκδίδει δυσμενή δικαστική απόφαση για την περιουσία του αντιδίκου του.

- Μόνο η υποβολή αναληθούς ισχυρισμού στο δικαστήριο δεν συνιστά πράξη περιέχουσα αρχή εκτέλεσης της απάτης κατά την έννοια του αρ. 42 παρ. 1 ΠΚ. Οταν ο δικαστής είναι υποχρεωμένος να δεχτεί τους ισχυρισμούς του δράστη, με βάση μόνο το τεκμήριο ομολογίας λόγω της ερημοδικίας του αντιδίκου του, κατ΄ αρ. 271 παρ. 3 ΚΠολΔ ή την ομολογία του τελευταίου, κατ΄ αρ. 352 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν τίθεται θέμα παραπλάνησης του δικαστή από κάποιο αποδεικτικό μέσο, αλλά η απόφαση είναι αποτέλεσμα εφαρμογής του νόμου.

- Η παραβίαση ακόμη και του καθήκοντος αληθείας, σύμφωνα με το αρ. 116 ΚΠολΔ, που συντελείται με την προβολή στο δικαστήριο ψευδούς πραγματικού ισχυρισμού, δεν μπορεί να θεμελιώσει τη συγκρότηση του εγκλήματος της απάτης στο δικαστήριο, καθόσον η ως άνω παραβίαση συνεπάγεται μόνο δικονομικές κυρώσεις σε βάρος του διαδίκου, κατ΄ αρ. 205 ΚΠολΔ.

- Εξάλλου, απάτη στο δικαστήριο διαπράττεται και όταν η δίκη διεξάγεται κατ΄ ειδική διαδικασία, στην οποία δεν δεσμεύεται το δικαστήριο από αποδεικτικούς κανόνες, ως προς τα αποδεικτικά μέσα και την ισχύ τους, όπως συμβαίνει στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων.

- Στην επίδικη περίπτωση, το Εφετείο έκρινε ότι δεν συντρέχει απάτη ενώπιον δικαστηρίου, αφενός διότι τα αποδεικτικά μέσα με βάση τα οποία είχε κρίνει ο Ειρηνοδίκης ήταν γνήσια, οι καταθέσεις όλων των μαρτύρων που έλαβε υπόψη του αξιολογήθηκαν σε συνδυασμό μεταξύ τους και σε συνδυασμό με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, αφετέρου δε το γεγονός ότι η κρίση του Ειρηνοδικείου ήταν διαφορετική από αυτήν του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, το οποίο δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, και μάλιστα σε ζήτημα που απαιτούσε ερμηνεία των δηλώσεων βούλησης των συμβαλλομένων μερών, δεν μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι παραπλανήθηκε ο Ειρηνοδίκης, καθόσον δεν αποδείχθηκε από ποια συγκεκριμένα πρόσφορα ψευδή αποδεικτικά μέσα, ειδικότερα από ποια πλαστά ή νοθευμένα έγγραφα ή γνήσια αλλά ανακριβή κατά περιεχόμενο, που προσκόμισε η εναγόμενη, πείστηκε αυτός ώστε να καταλήξει στην πεπλανημένη - κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας - κρίση του.

Νομολογία: 1) ΑΠ 318/2011, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Δ.Σ.Α. (η στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης [άρ. 386 παρ. 1 ΠΚ] που συνιστά ταυτόχρονα και αδικοπραξία [άρ. 914 ΑΚ]).

2) ΑΠ 797/2008, δημοσίευση ΝΟΜΟΣ (ειδικότερη μορφή της απάτης αποτελεί και η προσκόμιση σε πολιτική δίκη ψευδών αποδεικτικών μέσων, που παραπλανούν το δικαστήριο και εκδίδει δυσμενή για την περιουσία του αντιδίκου του δικαστική απόφαση).

3) ΑΠ 512/2011, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Δ.Σ.Α., ΑΠ 47/2007, ΝοΒ 55, σελ. 1415 (η επίκληση και προσαγωγή των ψευδών αποδεικτικών μέσων είναι απαραίτητη για τη συγκρότηση του εγκλήματος της απάτης, ακόμη και με τη μορφή της απόπειρας τελέσεώς του, καθόσον μόνον η υποβολή αναληθούς ισχυρισμού στο δικαστήριο δεν συνιστά πράξη περιέχουσα αρχή εκτελέσεως της απάτης, κατά την έννοια του άρ. 42 παρ. 1 του ΠΚ.

4) ΑΠ 1148/2011, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Δ.Σ.Α. (ο αναπόδεικτος ψευδής πραγματικός ισχυρισμός δεν είναι λυσιτελής για να οδηγήσει σε παραπλάνηση του δικαστή, ενώ η ενδεχόμενη αποδοχή του διακόπτει τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της πράξης του δράστη και του αποτελέσματος αυτής, ενώ όταν ο δικαστής είναι υποχρεωμένος να δεχθεί τους ισχυρισμούς του [δράστη], με βάση μόνο το τεκμήριο ομολογίας, λόγω της ερημοδικίας του αντιδίκου του [άρ. 271 παρ. 3 ΚΠολΔ] ή την κατά το άρ. 352 παρ. 1 του ΚΠολΔ ομολογία του τελευταίου, που αποτελεί πλήρη απόδειξη, δεν τίθεται θέμα παραπλανήσεως του δικαστή από κάποιο αποδεικτικό μέσο, αλλά η απόφαση του είναι αποτέλεσμα εφαρμογής του νόμου).

5) ΑΠ 1113/2010, ΝοΒ 59, σελ. 42 (απάτη στο δικαστήριο διαπράττεται και όταν η δίκη διεξάγεται κατ' ειδική διαδικασία, στην οποία δεν δεσμεύεται το δικαστήριο από αποδεικτικούς κανόνες, ως προς τα αποδεικτικά μέσα και την αποδεικτική τους ισχύ, όπως συμβαίνει επί υποθέσεων που εκδικάζονται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων [άρ. 682 επ. ΚΠολΔ]).

6) ΑΠ 1628/2003, ΕλλΔνη 45, σελ. 723, ΑΠ 1068/2002, ΑρχΝομ 2004, σελ. 70 (η ρητή αναφορά συγκεκριμένων εγγράφων στο σκεπτικό της απόφασης δεν προσδίδει σε αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία, που είναι όμως ισοδύναμα και όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται προς σχηματισμό της δικανικής κρίσεως, σχετικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης).

7) ΑΠ 1456/1996, ΑρχΝομ 48, σελ. 311 (οι ειδικές ομολογίες των διαδίκων, όπως διατυπώνονται στα δικόγραφα που κατέθεσαν στο πρωτοβάθμιο και το παρόν δευτεροβάθμιο δικαστήριο, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο).

Η ανωτέρω απόφαση, στην οποία ως πληρεξούσιος δικηγόρος των εφεσίβλητων παραστάθηκε ο Μάνος Βογιατζάκης, είναι δημοσιευμένη στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ.

 
Symbol
ΝΕΑ - ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ